samedi 26 août 2017

Μαρία

Ο χώρος σταθμεύσεως είναι δίπλα στο πάρκο του Λαού. Παρκάρω εκεί το κόκκινο Datsun ενώ σκέφτομαι ότι ήταν μιά καλή ιδέα του δημοτικού συμβουλίου να φτιάξει εδώ το πάρκιν γιατί στην κεντρική πλατεία μαζεύονται κάθε σαββατοκύριακο οι νεαροί αγρότες για το φεστιβάλ τοπικού ζύθου. Κάθονται κάτω από τα θεόρατα πλατάνια, πίνουν μπύρα σε μεγάλα ποτήρια σαν κουβάδες και ακούν από τα στόματα των γερόντων τις ιστορίες για τα εγκλήματα της Κατοχής και του Εμφυλίου. Τα οχηματά τους τα παρκάρουν αλλ΄αντ΄άλλων πάνω στα πεζοδρόμια και μέσα στην πλατεία. Δεν δέχονται καμμία παρατήρηση και με πρωτοφανή τσαμπουκά ισχυρίζονται ότι έτσι είναι η σύγχρονη ζωή και οι παλιοί ας μην έφτιαχναν τόσο στενούς δρόμους.
Έχω έρθει εδώ για μιά ημερίδα αφιερωμένη στη Μαρία Κάλλας της οποίας ο παπούς, από την πλευρά της μητέρας της, έζησε όλη του τη ζωή στην πολίχνη της Στυλίδος. Είμαι εισηγητής με ένα θέμα που αναφέρεται στη συγκίνηση που προκαλεί η φωνή της μεγάλης αοιδού στον ακροατή, έχω δε συσχετίσει το αντικείμενο αυτό με το τραγούδι των Σειρήνων στην Οδύσσεια του Ομήρου.
Μετά το τέλος της ημερίδος, αργά το απόγευμα, ετοιμάζομαι να φύγω. Είμαι πολύ κουρασμένος, τα μάτια μου κλείνουν από τη νύστα, με δυσκολία καταφέρνω να βρώ το όχημα. Να το βγάλω τουλάχιστον από το πάρκιν, να μην πληρώσω πολύ. Στην έξοδο προσπαθώ να βρω τα ψηλά ψάχνωντας στις τσέπες μου ενώ αισθάνομαι τα βλεφαρά μου τόσο βαρειά που δεν μπορώ ν΄ανοίζω πλέον τα μάτια μου, είμαι σαν τυφλός. Μαζεύω όσα κέρματα μπορώ και πασπατεύοντας προσπαθώ να βρω τη σχισμή να βάλω το εισητήριο στο μηχάνημα αυτόματου ταμείου πληρωμής.
Τότε φθάνει φουριόζος ένας νεαρός ντόπιος τραγουδιστής με μιά μαύρη vespa. Έχει ξυρισμένο κρανίο και γενειάδα σαν ορθόδοξος ιερέας. Οδηγεί ο ίδιος με κλειστά μάτια και λίγο έλειψε να τρακάρουμε. Μου λέει ότι έχει πάθει εθισμό με τη φωνή της Μαρίας, ακούει άριες από το πρωί μέχρι το βράδυ και όταν κοιμάται το μαγνητόφωνο παίζει συνέχεια ενώ τα δάκρυα τρέχουν απ΄τα μάτια του.




mardi 27 juin 2017

Το νέο είδος των Ελλήνων


Ήρθε το νέο είδος των Ελλήνων και βγήκε διαταγή να συλληφθούν όλα τα άτομα των παλαιών.
Έχω μαζί μου τον γιό μου Αθανάσιο ενώ δεν ξέρω που είναι τα άλλα παιδιά. Θέλουμε να πάμε στο σταθμό του τρένου αλλά η οδός Βουργουνδίας είναι αποκλεισμένη από τα τρακτέρ των νέων αγροτών. 
Μπαίνουμε στην εκκλησία και από μιά καταπακτή κατεβαίνουμε στο υπόγειο, στην κρύπτη. Εκεί υπάρχει μιά σκάλα από λευκό μάρμαρο που οδηγεί στα έγκατα της γης. Σκέφτομαι ότι για να γλυτώσουμε καλύτερα να ζήσουμε σαν αρουραίοι όπως οι αρχαίοι στα πολύ παλιά τα χρόνια.
Προχωρούμε κατεβαίνοντας πολλούς ορόφους. Αίφνης ακούμε βήματα. Είναι παιδιά συμμαθητές του γιού μου. Τα χέρια τους είναι δεμένα με πλαστικές χειροπέδες.
«Σας έκαναν σκλάβους;» ρωτώ το πρώτο παιδί που φθάνει στο ύψος μας.
«Φύγετε γρήγορα, έρχεται η φρουρά», μου απαντά.
Κάνουμε όπισθεν και ασθμαίνοντες βγαίνουμε στην πλατεία όπου μπροστά στον καθεδρικό ναό σαν να γίνεται ένα θέαμα τσίρκου και βλέπω την Αστέρω με άλλα κορίτσια πίσω από τα σιδερένια κάγκελα κλουβιού και δίπλα τους τεμαχισμένα σώματα ανθρώπων.
«Φύγετε, μην κάθεστε εδώ, μου λέει η Αστέρω, εμάς τους παλιούς μας έχουν για τροφή των θηρίων του τσίρκου, τρέξτε να σωθείτε.»
«Που είναι τα παιδιά;»
«Πρόλαβαν κι έφυγαν στο δάσος, άκουσα τις φωνές τους ενώ κοιμόμουν, με σκουντούσαν να φύγουμε, αλλά νόμιζα πως ήταν όνειρο κι έτσι μ΄έπιασαν στον ύπνο.»
Φεύγουμε τροχάδην διασχίζοντας την πλατεία όπου ένα συμπαγές πλήθος παλαιών Ελλήνων με μάτια φλογισμένα βαδίζουν ρυθμικά σαν να συμμετέχουν σε σιωπηρή παρέλαση.
Κρατώ το χέρι του γιού μου και γλιστρώντας αναμεσά τους τρέχουμε με κατεύθυνση το δάσος απ΄όπου με μια αόρατη κλίμακα ανεβαίνουμε στο βράχο της Σελήνης.


dimanche 18 juin 2017

ΠΑΤΕΡΑΣ

Πατέρα σε βλέπω στις βιτρίνες, στα τζάμια του Μετρό, στα λεωφορεία,
είμαι το ειδωλό σου, μέσα από ΄σένα είμαι εγώ.

vendredi 26 mai 2017

ΤΑ ΟΣΤΑ*

Έπρεπε να φέρουμε τώρα τα οστά του παπού στο νεκροταφείο να κάνουμε την κηδεία του με παπά γιατί είχε πάει αδιάβαστος.
Τον παπού τον δολοφόνησαν, στις 28 Μαΐου 1948, στην τοποθεσία ΄Αγιος Κωνσταντίνος στην Παλαιοκερασιά Φθιώτιδος, άτακτοι ακροδεξιοί, των Μονάδων Ασφαλείας Υπαίθρου, μετά από υπόδειξη ντόπιων κομμουνιστών που μόλις είχαν ανανήψει. 
Τον είχε βρει ο πατέρας μου τρεις μέρες μετά. Το σώμα του, μισοφαγωμένο από τα σκυλιά και τα όρνια, χωρίς μάτια, χωρίς γλώσσα και την κοιλιά του ξεσκισμένη με τα εντόσθια έξω.
Τον έθαψε τότε στα γρήγορα, μόνος του, και μόνο την προσευχή, "Βασιλεύ ουράνιε", μπόρεσε να πει, πριν φύγει ο ίδιος ως κληρωτός στις τάξεις του Εθνικού Στρατού να πολεμήσει στο Γράμμο...

Η κηδεία γίνεται την Κυριακή μετά τη Θεία Λειτουργία. Τα οστά μέσα στο φέρετρο πλυμένα με ερυθρόν οίνον Νεμέας. Δίπλα η μοναδική ασπρόμαυρη φωτογραφία του παπού, εικοσιδύο χρονών, με τη στολή του Ελληνικού Στρατού, τον Μάιο του 1922, στην Μικρά Ασία. Το πηλήκιο ελαφρώς ανασηκωμένο απ΄όπου φαίνεται το πλατύ μέτωπο, τα μάτια του στο χρώμα του ουρανού και ο καστανόξανθος αγγιστροειδής μύστακας.
Και μέσα σε όλη την ομορφιά του διακρίνω μιά υποψία παράπονου.
Μόλις ο παπα-Κώστας τελειώνει την ψαλμωδία βγάζω έναν σύντομο λογύδριο. Μιλώ για το άνθος της υπαίθρου, τη νεολαία των αγροτοποιμένων. Πάντα στην πρώτη γραμμή. Τους έντυναν τσολιάδες και τους έστελναν σαν τα πρόβατα στο σφαγείο. Εστιάζω τα γεγονότα στην Μικρασιατική εκστρατεία, την πενταετή στρατιωτική θητεία του παπού, την αιχμαλωσία του και στην περίοδο της ναζιστικής Κατοχής, για τη δράση του, επιστρατευμένος από το ΕΑΜ, στο μεταγωγικό τμήμα του ΕΛΑΣ.

Στο νεκροταφείο μπροστά στον ανοιγμένο τάφο είναι παραταγμένα τα παιδιά του. Στη μέση ο πατέρας μου, η Ερασμία εκ δεξιών, στ΄αριστερά ο Απόστολος και οι δύο μικρότερες αδερφές.
Πίσω τους εμείς, τα δώδεκα εγγόνια του.
Και όταν οι νεκροθάφτες κατεβάζουν το φέρετρο με τις τριχιές η θεία μου Ερασμία αγγαλιάζει τον πατέρα μου με ραγισμένη φωνή : " Θανάση μου, ο πατέρας μας!" 
Τότε ο αδερφός μου κάνει νόημα στους μουσικούς να πλησιάσουν με τα κλαρίνα. Τους είχε βρει στο Γυφτομαχαλά στη Λαμία. 
"Μόνο δώδεκα κλαρίνα θέλω", είπε στο αρχηγό των Τσιγγάνων," ούτε χάλκινα, ούτε βιολιά και νταούλια."
Οι οργανοπαίκτες όλοι ίδιοι, μαυριδεροί, ντυμένοι στα μαύρα με ρεπούμπλικες και ψαλιδισμένα μουστάκια. 
Μόλις τα οστά ακουμπούν το χώμα τα κλαρίνα αρχίζουν δυνατά τον δικό τους σπαραγμό : "Να ΄χε καεί ο πλάτανος να του ΄πεφταν τα φύλλα..."
Και σαν μιά ομίχλη να σηκώνεται από τα γύρω μνήματα, οι νεκροί εγείρονται όλοι μαζί, ντυμένοι με λαμπριάτικα ενδύματα, έρχονται να υποδεχτούν τον παπού μας.  

*Απόσπασμα από την "ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ"

vendredi 19 mai 2017

Ο ΜΥΛΟΣ*

Ο νερόμυλος ήταν χτισμένος στην ανατολική όχθη. Ενα σπίτι με δυό πατώματα. Στο πάνω πάτωμα έμενε η οικογένεια του μυλωνά. Στο κάτω ήταν οι μηχανές του μύλου. Θα είχε ενάμισυ αιώνα ζωής. Τα θεόρατα πλατάνια δεν άφηναν να περάσει ούτε αχτίδα ήλιου. Πάντα είχε συντροφιά το βουητό του νερού και τα πουλιά που έφτιαχναν τις φωλιές τους στα κεραμίδια του. Ολα αυτά τα χρόνια είχε δοκιμάσει την ορμή των στοιχείων της φύσης και την ορμή των ανθρώπων που έκαναν πόλεμο. Ο μύλος είχε ζήσει τις χαρές και τις λύπες των ανθρώπων. Μεγάλωσαν κάμποσες γενιές κάτω από τη στέγη του. Περπάτησαν πολλά ποδάρια στο πλακόστρωτο της αυλής του. Εδώ έρχονταν, πέρα από το χωριό, ν΄αλέσουν γεννήματα. Σιτάρι, καλαμπόκι, κριθάρι. Εδώ ανταμώνονταν οι άνθρωποι, συζητούσαν για τα προβληματά τους. Εκαναν δουλειές. Τέλειωναν προξενιά. Πάντα ίδιοι ήταν οι άνθρωποι, τόσα χρόνια τώρα. Ο μύλος δεν τους έβλεπε ν΄αλλάζουν. Ιδιοι στις συνήθειες, ίδιοι στους τρόπους, ίδιοι στα έθιμα. Καθόλου δεν άλλαξαν.
Και τώρα στο μύλο ζούσαν άνθρωποι, τον συντηρούσαν για να προσφέρει τις υπηρεσίες του. Ο μυλωνάς με τη γυναίκα του και το παιδί τους, ίσαμε πέντε χρονών. Είχαν το νοικοκυριό τους εδώ, μιά γίδα, ένα γουρούνι, καμμιά δεκαριά κότες, τρία σκυλιά και το μύλο κληρονομιά από τον πατέρα του.

Το παιδί ξύπνησε από τα γαυγίσματα των σκυλιών. Ενα μακρόσυρτο γκάρισμα ακούστηκε. Το παιδί πήγε κοντά στο παράθυρο. Ενας γάιδαρος φορτωμένος με τρία σακκιά έφτανε από το μονοπάτι. Το χωριό ήταν τρία χιλιόμετρα μακριά από το μύλο. Από πίσω ακολουθούσε ένας γέρος κουτσαίνοντας.
Ο μυλωνάς, μόλις άκουσε γκάρισμα, βγήκε να υποδεχθεί την πελατεία.
Το παιδί πλησίασε στο τραπέζι, πήρε ένα κομμάτι πίτα από το ταψί, πήρε και μερικά χαρτιά από εφημερίδα, τα έβαλε στον κόρφο του, έπειτα βγήκε έξω, τρώγοντας περπάτησε στο πλακόστρωτο και κατέβηκε τα τρία μεγάλα σκαλιά.
Ο μυλωνάς με το γέρο ξεφόρτωναν το ζώο :
-Δεν ίφιρις καλαμπόκι, σαν αλλαφρό μι φαίνιτι.
-Αμ΄δεν είνι καλαμπόκι, είνι κριθαρ! κάνα δυό ουκάδις π΄μας έμκαν τουφάγαμι τσ΄μέρεις που μας πέρασαν.
Το παιδί έφτασε στην άκρη, στο ρέμα. Το νερό σχημάτιζε πλάτωμα, ήταν σαν μια μικρή λίμνη.
Ο γέρος και ο μυλωνάς συζητούσαν ακόμα.
-Αλήθεια, τα ΄μαθεις τα νέα, στ΄προυτεύουσα πέθανι κόσμους, τούπι του ράδιου.
-Ναι, μ΄τουπι ου Γιώργους τ΄μπάρμπα Στέλιου, χτες τ΄απόγιουμα.
-Μεγάλ΄δυστυχία φετους.
-Δόξα να΄χει ου μεγαλουδύναμους, ιμείς μέχρι τώρα καλά πήγαμι.
Το παιδί τους έβλεπε, αλλά δεν καταλάβαινε τι έλεγαν, οι φωνές τους σκεπάζονταν από το βουητό του νερού.
Την προσοχή του τράβηξε μια χελώνα. Είχε ξεμυτίσει να πιει νερό στο ποτάμι. Μόλις την πλησίασε έκρυψε το κεφάλι της στο καβούκι της. Το παιδί την σκούντησε, να βγάλει το κεφάλι της, μ΄ένα ξύλο. Αλλ΄αυτή τίποτα, έκανε την ψόφια. Το παιδί επέμενε, αλλά σαν είδε κι απόειδε, την άφησε ήσυχη.
Ο μυλωνάς στο μεταξύ κουβάλησε τα σακκιά μέσα στο μύλο. Ο γέρος, αφού σιγούρεψε το ζώο, μπήκε κι αυτός μέσα.

Το παιδί ήταν δίπλα στη λίμνη που σχηματιζόταν από το νερό. Εβγαλε απο τον κόρφο του τα χαρτιά. Τα ΄παιρνε ένα-ένα, τα δίπλωνε με τέχνη κι έφτιαχνε βαρκούλες. Εριχνε τις βάρκες στο νερό. Αυτές αρμένιζαν πέρα δώθε, το παιδί ένοιωθε μεγάλη χαρά και γελούσε, όλο γελούσε. Παρατηρούσε σαν εφοπλιστής τα καράβια του και καμάρωνε. Το ρεύμα του νερού τις παρέσυρε, τις έριχνε πάνω σε χαμόκλαδα και βάτα, ήταν φυτωμένα στις όχθες. Οποια βαρκούλα μπλέκονταν, το παιδί έτρεχε και τη λευτέρωνε.

Η πόρτα του μύλου άνοιξε, ο μυλωνάς με το γέρο βγήκαν κουβαλώντας τα σακκιά με το αλεύρι. Τα φόρτωσαν στο γάιδαρο. Ο γέρος τον έβαλε μπροστά και κούτσα-κούτσα τον ακολούθησε. Εκείνος άφησε ένα γκάρισμα παραπονιάρικο, φωνή διαμαρτυρίας, ο δρόμος ήταν ανήφορος και το φορτίο βαρύ. Το παιδί κοίταγε το γέρο, καλόπιανε το γάιδαρο με χαϊδευτικά λόγια. Τα λόγια τα ΄φερνε πίσω ο αντίλαλος από τη ρεματιά. Ο γέρος μονολογούσε για λίγη ώρα ώσπου χάθηκε στο βάθος του μονοπατιού και το παιδί ούτε τον άκουε ούτε τον έβλεπε τώρα.

Αφησε τις βάρκες του, ανέβηκε στο πλακόστρωτο, εκεί είχε άλλα παιγνίδια. Μερικά κουτιά από σπίρτα. Το παιδί έπαιζε με τα σπιρτόκουτα. Τα γέμιζε με πετραδάκια.
Ξαφνικά σταμάτησε. Καμμιά δεκαριά άνθρωποι έφταναν από το μονοπάτι. Δεν ξανά ΄χε δει τέτοιους ανθρώπους. Φορούσαν κάτι σκούρα πράσινα ρούχα. Μόνο ένας φορούσε ρούχα αλλιώτικα. Αυτός πήγαινε μπροστά, οι άλλοι ακολουθούσαν. Πλησίασαν στο μύλο. Ανέβηκαν τα σκαλιά. Περπάτησαν στο πλακόστρωτο, έφτασαν κοντά στο παιδί.
-Που ΄ναι ο πατέρας σου; ρώτησε αυτός με τα πολιτικά.
-Μέσα, είπε το παιδί.
-Α! κρύφτηκε στο καβούκι της η χελωνίτσα. Ε! παιδιά πάμε μέσα, είπε εκείνος ο άνθρωπος.
Ενας από τους άλλους έβγαλε από την τσέπη του μια σοκολάτα, την έδωσε στο παιδί. Του έδωσε και μια φυσαρμόνικα. Το παιδί την έφερε στα χείλη του και φύσηξε. Η φυσαρμόνικα έβγαλε έναν χαρούμενο ήχο. Το παιδί χαμογέλασε, ήταν χαρούμενο κι ευχαριστημένο για τα δώρα που του έδωσε ο πρασινάνθρωπος. Στο άλλο χέρι κρατούσε τη σοκολάτα. Την ξετύλιξε και άρχισε να την τρώει. Ηταν μισολιωμένη από τη ζέστη. Γέμισαν τα δακτυλά του. Μέσα από το σπίτι ακούγονταν φωνές.
-Λέγε, που πήγαν, τους είδες;
-Οχι.
-Λες ψέματα, το ξέρουμε, πέρασαν από ΄δω.
-Δεν ξέρω τίποτα.
Το παιδί άκουγε τις φωνές σαν σε όνειρο, ήταν παραδομένο στο να γλείφει τα δακτυλά του. Σαν μέσα σε όνειρο άκουσε τη ριπή που έσπασε τη σιωπή της ρεματιάς και έσβησε για λίγο το βουητό του νερού. Τα πουλιά πέταξαν μακριά. Οι ξένοι άνθρωποι βγήκαν από το μύλο κι έφευγαν. Εκείνος που του έδωσε τη φυσασμόνικα του χάιδεψε το κεφάλι. Το παιδί έφερε τη φυσαρμόνικα στα χείλη του. Ακούστηκε ένας θλιβερός ήχος. Κοίταγε τους ανθρώπους που έφευγαν και τραγουδούσαν ρυθμικά : Των εχθρών τα φουσάτα περάσαν σαν το λίβα που καίει τα σπαρτά....
Μέσα από το μύλο άκουγε τους λυγμούς και τα μοιρολόγια της μάνας του.
Ηταν μια ανοιξιάτικη μέρα...

*Δεύτερη γραφή αναθεωρημένη.
Πρώτη δημοσίευση ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, 15 Οκτωβρίου 1978.

mercredi 26 avril 2017

Ο ΦΥΛΑΚΑΣ

Στην αυλή του σπιτιού μας ο αδερφός μου κι εγώ φορτώνουμε τελάρα με ελιές στο κόκκινο Datsun. Φθάνουν οι γονείς μας ντυμένοι με τα κυριακάτικα ρούχα τους. 
Ο πατέρας μου μας πληροφορεί ότι κατάφεραν, με την επέμβαση της Περσεφόνης, να πάρουν σαρανταοχτάωρη άδεια. Ήρθαν να μας βρούν γιατί διαφωνούν με τα σχεδιά μας να πάρουμε το σκύλο από το σπίτι. 
Η μάνα μου λέει ότι κανόνισαν με το γείτονα να τον ταΐζει πρωί και βράδυ, θα πληρώνουν γι΄αυτό δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ το χρόνο.
«Αυτό το ποσό είναι υπερβολικό», λέω εγώ, «ο σκύλος θα ΄ρθεί μαζί μου στο Παρίσι, θα τον βγάζω βόλτα δυό φορές την ημέρα, θα ζήσει καλά.»
«Και το σπίτι ποιός θα το φυλάει;» Ρωτάει ο πατέρας μου.
«Βάλαμε ηλεκτρονικό σύστημα επιτηρήσεως, με θερμικές κάμερες και ανιχνευτές κινήσεων», λέει ο Αλέκος, «δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας.»
Τότε έρχεται από τον κήπο ο ασπρόμαυρος σκύλος μας, είναι όμοιος με τη Ζαφείρω, τη σκύλα που είχαμε με τα γίδια στην Παλιονίκοβα και σκέφτομαι ότι αυτός θα είναι ο εγγονός της. Έρχεται σε ΄μένα και μου κάνει χαρές όπως έκανε η γιαγιά του όταν ήταν κουτάβι, τρέχει γύρω μου κουνώντας την ουρά του, με χαρούμενα γαυγίσματα.

vendredi 24 mars 2017

ΤΟ ΤΡΑΚΤΕΡ

Ανέβηκε στη θέση του οδηγού. ΄Υστερα έβαλε μπρος. Ξεκίνησε και σήμερα καμαρωτός σαν να είχε καταπιεί λοστό. Είχε δεν είχε ένα μήνα που το αγόρασε. Τον ειδοποίησαν από την αντιπροσωπεία, να πάει να το πάρει. Το πήρε και το έφερε στο χωριό. Μαζεύτηκαν πολλοί χωριανοί να το δουν. Το ΄βλεπαν και το θαύμαζαν. Βεβαίως και είχε κάτι το ξεχωριστό. Δεν ήταν σαν τ΄άλλα που είχαν αγοράσει άλλοι αγρότες πρωτύτερα. ΄Ηταν άλλη μάρκα. Επίτηδες το παράγγειλε να είναι τέτοιο, δεν ήθελε να μοιάζει με κανένα, έπρεπε να ξεχωρίζει. Μερικοί έπαιρναν μεταχειρισμένα.
-Δε βαριέσαι, έλεγαν, επαγγελματίες θα γίνουμε εμείς τώρα.
Αυτός δεν ήθελε τέτοια. ΄Ηθελε να είναι παρθένο, όπως η γυναίκα του, κατακαίνουργο. Σ΄αυτό δεν ήθελε καμμιά αντίρρηση. Δεν τον έννοιαζε καθόλου που πλήρωσε τόσα λεφτά. ΄Οπως είχε τα καλύτερα μουλάρια και το ΄λεγαν όλοι και τον παίνευαν, έτσι και τώρα ήθελε να τον θαυμάζουν. ΄Ηταν πολύ μερακλής, και όμορφος ήταν, και νοικοκύρης, και προίκα πήρε, και σύμβουλος βγήκε στην κοινότητα. Δεν είχε κανέναν ανάγκη. Γιατί να δειλιάσει. Τι να υπολογήσει; τα λεφτά; καθόλου δεν τον έννοιαζε. Αυτός να ΄ναι καλά και τα χωράφια του.
Τις πρώτες μέρες λοιπόν, μόλις έφερε το μηχάνημα στο χωριό, ανέβαινε απάνω με φόβο, θυμόταν τον ψαρή, το μουλάρι του, κλώτσαγε άγρια. Σε λίγες μέρες συνήθισε, του πήρε τον αέρα, έμαθε να το οδηγεί καλά. ΄Ετρεχε με ταχύτητα. Οι χωριανοί άμα τον άκουγαν να έρχεται ρίζωναν στους τοίχους και στις φράχτες. Γνώριζαν το θόρυβο της μηχανής του. Μέχρι που πέρναγε και συνέχιζαν το δρόμο τους. Οι γριές σταυροκοπιόνταν. Τα παιδιά έτρεχαν πίσω του να τον φθάσουν, αλλά ποτέ δεν τα κατάφεραν. Μερικές φορές πάταγε απότομα φρένο, το έκανε επίτηδες, ήθελε να δει αν υπακούει.Το μηχάνημα υπάκουε πάντοτε, δεν είχε καμμιά ιδιοτροπία. αυτό τον έκανε ακόμα πιο χαρούμενο.

Σήμερα ξεκίνησε για ένα μακρινό χωράφι δέκα χιλιόμετρα μακριά από το χωριό. Είχε πολλές μέρες να πάει. Πήγαινε να το οργώσει, αυτό ήταν στο πρόγραμμα. Γείτονες γεωργοί του είπαν πως φύτρωσαν βάτα και άλλα πολλά χορτάρια. Δεν ωφελούσαν σε τίποτα, έπρεπε να τα εξαφανίσει. Γι΄αυτό έβαλε πίσω στα υδραυλικά  το απαραίτητο εργαλείο.
Σαν έφτασε κοίταξε το χωράφι. Πράγματι τα βάτα και τα αγριόχορτα είχαν μεγαλώσει πολύ. ΄Ομως καθόλου δεν κιότεψε, είχε εμπιστοσύνη. ΄Εβαλε πρώτη αργό και ξεκίνησε. Κατέβασε τον ειδικό μοχλό και τα υνιά άρχισαν να ανοίγουν γραμμές.
-Θα τελειώσω γρήγορα, σκέφθηκε, καλά έκανα και δεν πήρα τίποτα για φαΐ, το μεσημέρι θα είμαι σπίτι.
΄Οργωσε έτσι το μισό χωράφι. ΄Εφτασε τώρα εκεί όπου τα βάτα και τα χορτάρια ήταν πάρα πολλά. ΄Ηταν και ξύλα μέσα που δεν φαίνονταν. Στην αρχή το μηχάνημα δυσκολεύτηκε πολύ. ΄Υστερα σταμάτησε να προχωρεί. Η μηχανή του μούγκριζε. Κατέβηκε αυτός να δει τι έγινε. Είχαν μπλεχτεί τα υνιά στις ρίζες. Οι ρίζες άντεχαν, δεν ξεριζώνονταν, έπρεπε να τις ξεμπλέξει. Εκανε αυτή τη δουλειά και όπως ήταν επιδέξιος τα κατάφερνε καλά. Στο μεταξύ το μηχάνημα μούγκριζε συνέχεια κι όταν οι ρίζες λιγόστεψαν ξεκίνησε μόνο του.
Μόλις κατάλαβε τι συνέβει, έτρεχε πίσω του να το προλάβει, ιδρωμένος. Παραπάτησε, έπεσε στο φρεσκοσκαμμένο χώμα. Ξανασηκώθηκε κι έτρεχε πάλι. Το τρακτέρ βγήκε από το δικό του χωράφι, μπήκε στα γειτονικά. Χτύπησε πρώτα σε μιά ελιά, ύστερα σε δυό αμυγδαλιές και μετά κόλλησε μετωπικά σε έναν μαντρότοιχο. 
Κι έτρεχε αυτός τραβώντας τα μαλλιά του να το φτάσει.
                                                                                                               (1978)

vendredi 17 mars 2017

ΓΙΑΝΝΗΣ ΘΡΑΠΑΣ. LIVING*

Να στέκει η ελπίδα
της επαναφοράς μου γυμνή
στους νυσταγμένους δρόμους
κάποιας σκληρής πατρίδας
ένας απόηχος μιάς Κυριακής
μεσ΄σ΄ απέραντα δάση
ύστερα από τη συγκομιδή μανιταριών.

Η νύχτα δεν θα ξεχνούσε 
να πάρει το φεγγάρι στην ποδιά της.
Τροπικός του Αιγόκερω.

Αθήνα 2010

*Πρώτη δημοσίευση

mercredi 22 février 2017

ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ

Τα παιδιά φόραγαν τις μάσκες και τα καπέλα τους. Κράταγαν ψεύτικα πιστόλια, πλαστικά με κόκκινα καψούλια. Μαζεύτηκαν στο πλάτωμα όπου έδεναν τα ζώα οι χωριανοί, όσοι είχαν τα σπίτια τους ολόγυρα. Μύριζε ο τόπος καβαλίνα και κάτουρο. Τώρα τα ζώα ήταν δεμένα στους σταύλους. Κυριακή σήμερα, αργία, χρονιάρα μέρα, κανένας δεν δούλευε. Τα παιδιά έπαιζαν ξέννοιαστα χωρίς κίνδυνο να φάνε κλωτσιά από τα γαϊδορομούλαρα που τάδεναν στην αμυδγαλιά και στο στύλο της ΔΕΗ. ΄Επαιζαν άλλοι τους ληστές και άλλοι τους σερίφηδες. ΄Εριχναν πιστολιές με τα ψεύτικα πιστόλια τους. ΄Ετρεχαν με γέλια και φωνές όταν έφτασε το αγόρι με το καινούργιο πουλόβερ. Δεν είχε μάσκα, ούτε καπέλο. Δεν του αγόρασε η μάνα του κι ας έκλαψε κι ας κυλίστηκε στο πάτωμα.
΄Υστερα μπήκε κρυφά στην καλή κάμαρη του σπιτιού, εκεί που φύλαγαν τα γιορτινά ρούχα. Πήρε την μπλούζα και την φόρεσε. Την είχε στείλει ο νονός του από την πόλη. ΄Ηταν πλούσιος, βαστιόταν καλά. ΄Ετσι άκουσε να λένε οι γονείς του. Είχε αυτοκίνητο. ΄Οταν ερχόταν στο χωριό έβαζε το αγόρι στο όχημα, πήγαιναν βόλτα. Το αγόρι γέλαγε, χαρούμενο.Τα άλλα παιδιά ζήλευαν, δεν είχαν μπει σε αυτοκίνητο, ούτε καν στο λεωφορείο. Του έβγαλαν το παρατσούκλι : "Ο Λουφορείος". Με αυτό το φώναζαν στο σχολείο όταν έπαιζαν κρυφτό και κυνηγητό.
Τώρα τελευταία το είχαν ξεχάσει, δεν έκαναν παρέα με αυτό το παιδί που πήγε αμαξάδα, δεν το ήθελαν στα παιγνίδια τους.
΄Ηταν ένα παιδί με γαλάνα μάτια, κεφάλι στρογγυλό και μαλλιά ατίθασα σαν ακανθόχοιρος.
Ως έφθασε και το είδαν τα άλλα παιδιά σταμάτησαν να ρίχνουν με τα ψεύτικα πιστόλια τους. Πήραν στα χέρια τους καβαλίνες, τις πέταγαν καταπάνω στο αγόρι που κοίταγε με δειλό χαμόγελο. Το πέτυχαν παντού, στα χέρια, στα πόδια, στο κεφάλι, στο καινούργιο πουλόβερ που ήταν λευκό σαν ασβέστης.
Το αγόρι γύρισε πίσω τρέχοντας. Πίσω του έτρεχαν τα παιδιά με γέλια και χαρούμενες φωνές. Του πέταγαν ακόμα καβαλίνες. Τρέχοντας μπήκε στο σπίτι. Η μάνα του ήταν στην κουζίνα. Πιάστηκε από τη ρόμπα της, ήταν σίγουρο δεν κινδύνευε, σφιγγόταν να μην κλάψει.
-Κοτζάμ άνδρας, είχε πει ο νονός του, δεν πρέπει να κλαις.
΄Οταν η βέργα ανεβοκατέβηκε πολλές φορές και του μελάνιασε τα χέρια, τα πόδια, όλο του το κορμί, άρχισε ένα γοερό, ένα λυπημένο, ένα κλάμα γεμάτο παράπονο.

Το απόγευμα το παιδί μπήκε κρυφά στην αποθήκη. ΄Οταν βγήκε κρατούσε ένα κλαδευτήρι. Πήρε το δρόμο προς το λόφο τρέχοντας. Κοίταζε προσεκτικά τα μεγάλα σχοίνα. Χώθηκε μέσα στους θάμνους. Τα κλαριά που έκοβε τα έστρωνε κάτω. ΄Εφτιαξε φωλιά και ΄κει πάνω ξάπλωσε.
Μετά τη δύση του ήλιου η μάνα φώναξε το παιδί μέσα στο σπίτι. Μετά βγήκε στην αυλή. Ρώτησε τις γειτόνισσες. Είδαν το παιδί να φεύγει προς το λόφο. Φθάνει ο πατέρας. Του λένε τι συνέβει. Αρχίζει τις φωνές και το βρισίδι.
Παίρνουν φανάρια, λαδολύχναρα, φακούς ηλεκτρικούς, πηγαίνουν όλοι μαζί στο λόφο να βρουν το παιδί. Χωρίζονται, ψάχνουν δεξιά, αριστερά, φωνάζουν.
Το παιδί δεν ακούει, ούτε τα κλάματα της μάνας του, ούτε τα γαμοσταυρίδια του πατέρα του. Κοιμόταν. Τα πουλιά ξύπνησαν, τιβίτιζαν τρομαγμένα, πέταξαν μακριά.
Οι γονείς και οι χωριανοί έψαχναν. ΄Ωσπου άρχισε να ψιχαλίζει. Τότε ξύπνησε, τινάχτηκε πάνω σαν λαγός. ΄Ακουσε τις φωνές, είδε τα φανάρια να πηγαίνουν πέρα δώθε, τους μεγάλους ίσκιους. ΄Εβαλε τα κλάματα.
Πρώτος το εντόπισε ο αγροφύλακας. Σφύριξε δυνατά. ΄Ετρεξε ο πατέρας του, το πήρε στην αγκαλιά του, το φιλούσε κι έκλαιγε. ΄Εφθασε η μάνα του, το χάϊδευε.
Και γύρισαν όλοι πίσω χαρούμενοι. 
                                                                                                                              (1978)

vendredi 3 février 2017

Ο θάνατος του συνταγματάρχη Γαβρή

Ο θάνατος του συνταγματάρχη Γαβρή. Τον σκότωσε ένας νεαρός αγρότης με αφορμή μιά παλιά ιστορία μοιχείας. Πήρε το δίκανο του παπού του. ΄Ηταν ένα ωραίο όπλο βέλγικης κατασκευής. 
Ο παπούς του το απόκτησε στην κατοχή. ΄Εδωσε δύο κότες και δώδεκα αυγά σε έναν Αθηναίο μαυραγορίτη.
΄Εφθασε τρέχοντας στην πλατεία, μπροστά στο σπίτι του συνταγματάρχη. ΄Εριξε μια πέτρα στα κεραμίδια. Ο συνταγματάρχης κατά τη συνηθειά του, μετά το γεύμα, κοιμόταν για τη μεσημβρινή ανάπαυση, στο ντιβάνι του σαλονιού. ΄Εβλεπε ένα όνειρο με τον αδερφό του, έφεδρος Ανθυπολοχαγός, είχε σκοτωθεί στο αλβανικό μέτωπο : 

΄Εφηβοι έτρεχαν στην ακρογιαλιά, στον Αϊ-Γιάννη Στυλίδος. Ο αδερφός του πήγαινε μπροστά, βάδιζε πάνω στα κύματα, τον καλούσε να τον ακολουθήσει, αλλά ο συνταγματάρχης φοβόταν.

Ξύπνησε από τον κρότο της πέτρας στη σκεπή. Ενόμισε πως ήταν οι μαθητές του Γυμνασίου, κυνηγούσαν κοτσύφια με σφεντόνες.
«Τα καθάρματα, μας λιθοβολούν!» σκέφτηκε οργισμένος ο συνταγματάρχης. 
Καθώς φόραγε το σακκάκι του είδε την ώρα στο ξυπνητήρι. ΄Ηταν δεκατρείς και πενήντα. Το λεωφορείο δεν είχε έρθει, άρα δεν ήταν τα γυμνασιόπαιδα. Φόρεσε τα παπούτσια του, πήγε στο λουτρό όπου έπλυνε τα χέρια του και  το πρόσωπο. Κοίταξε για μια στιγμή τη φάτσα του στον καθρέφτη. Το πρόσωπο διαβρωμένο από την απογοήτευση και τις δυσκολίες της ζωής. Σκουπίστηκε γρήγορα και βγήκε στο ξύλινο μπαλκόνι. Κατεβαίνοντας την πέτρινη σκάλα ακούμπησε το πιστόλι Μπερέττα στη δεξιά τσέπη του σακκακιού του. 
΄Ηταν οι αλκυονίδες ημέρες, μια μέρα ηλιόλουστη. Διέσχισε την αυλή, βγήκε από την αυλόπορτα στην έρημη πλατεία, βάδιζε ανύποπτος προς το καφενείο του Πολύμερου.
Ο φονιάς πετάχτηκε από τη γωνία, ήταν κρυμμένος δίπλα στο γκαράζ, πυροβόλησε δυό φορές, εκ του συστάδην, στο πρόσωπο. Μετά έφυγε τρεχάτος. 
Ο συνταγματάρχης αιμόφυρτος έπεσε δίπλα στο μαντρότοιχο, κάτω από την αιωνόβια, ανθισμένη, αμυγδαλιά του κήπου του.
Ο άνανδρος φόνος του συνταγματάρχη.

lundi 2 janvier 2017

ΕΠΙ ΤΩΝ ΥΔΑΤΩΝ

Απέναντι από το Λύκειο Στυλίδος, στον ακάλυπτο χώρο, νοτιοδυτικά, γίνεται το πανηγύρι. Οι πωλητές έχουν απλώσει τα εμπορεύματα σε μικρά τραπέζια. Κυκλοφορώ ανάμεσα στο πλήθος με μιά φωτογραφική μηχανή. Σκέφτομαι να τραβήξω φωτογραφίες τους αγρότες, είμαι γοητευμένος από τα ηλιοψημένα πρόσωπα. Χωρίς να το καταλάβω βρίσκομαι μπροστά στη Λίζα, πουλάει ανταλακτικά για φωτογραφικές μηχανές, θέλει να με πείσει να αγοράσω ένα παρασόλ για τη δική μου, σε πολύ χαμηλή τιμή, με την έκπτωση, μπορώ να το αγοράσω στην τιμή των δέκα γαλλικών φράγκων. Αυτό το παρασόλ μοιάζει με χωνί, όταν το βάζω στη μηχανή βλέπω πολύ μακριά. Με τριγυρίζουν τα κορίτσια της γειτονιάς, η ατμόσφαιρα είναι ερωτικά ηλεκτρισμένη όταν το τοπίο μεταμορφώνεται σε πίστα αεροδρομίου, αναγκάζομαι να αποτραβηχθώ τροχάδην, ένα αεροπλάνο Hercules C 130 κατεβαίνει να προσγειωθεί. Ο ουρανός είναι γαλανός χωρίς κανένα σύννεφο. Ξαφνικά πολύχρωμα αερόστατα υψώνονται με θόρυβο, προς στιγμήν φοβάμαι, αλλά αμέσως τα αερόστατα ανοίγουν σαν τεράστιες ομπρέλλες, μοιάζουν με αλεξίπτωτα κάτω από τον κρότο των πυροτεχνημάτων, ενώ ακούγεται η δημοτική ορχήστρα, παίζει υπό την διεύθυνση ενός διάσημου μαέστρου, έχει έρθει από τη Γερμανία ειδικά για τη γιορτή. Δεν βλέπω τους μουσικούς. Ψάχνωντας στην πόλη φθάνω στην κεντρική πλατεία. 
Η ορχήστρα παίζει ακόμη, τώρα ακούγεται καθαρά, είναι τα Βασιλικά πυροτεχνήματα του ύδατος. Πλησιάζω στο λιμάνι. Η ορχήστρα είναι στην αποβάθρα. Ο μαέστρος με ρεδιγκότα, οι μουσικοί με σμόκιν. 
Τότε θυμάμαι τη Λίζα, είναι μόνη της στο πανηγύρι, πρέπει να επιστρέψω πριν νυχτώσει, αλλά θέλω να πάω πιο κοντά στην ορχήστρα, θυμάμαι τον βιολιτζή, έπαιζε του Αγίου Δημητρίου στο μαγαζί του Τσιάπα και αυτοί που χόρευαν έκαναν επίτηδες ακόμη και ακόμη, τον κέρναγαν μπύρα, αυτός συνέχιζε ζωηρά χωρίς διακοπή, όπως ήταν ντροπαλός δεν τολμούσε να σταματήσει, οι άλλοι χόρευαν, είχε ακούσει για τον Τσιάπα, πόσους αντάρτες είχε ψήσει στη σούβλα ζωντανούς, δεν τολμούσε να σταματήσει, οι χορευτές του πετούσαν κατοστάρικα, από ώρα ήθελε να ουρήσει και όλο σφιγγόταν, ώσπου δεν άντεξε, τα αμόλησε επί τόπου, τα ούρα σχημάτισαν λίμνη κάτω από την καρέκλα, συνέχισε να παίζει, οι χορευτές γελούσαν, ο Τσιάπας με ένα νεύμα του επέτρεψε να διακόψει το παίξιμο, ο βιολιτζής έτρεξε κατακόκκινος, ούρησε στον κορμό της μουριάς. Οταν γύρισε οι χορευτές είχαν φύγει.
Είμαι σίγουρος, παίζει στη δημοτική ορχήστρα, θέλω να δω πως του πάει το σμόκιν.

Δυτικά, εμφανίζεται το πλήθος των χορευτών, γεμίζει την πλατεία. Είναι ντυμένοι με παραδοσιακές στολές, κρατούν πολύχρωμες ομπρέλλες. Η ορχήστρα παίζει μουσική τζάζ. Είμαι μπροστά στο εστιατόριο του Ζαχαρία Λογοθετίδη, διαβάζω στη βιτρίνα, «πατσάς καθ΄εκάστην», τότε βλέπω τη φάτσα μου στο τζάμι, είμαι ντυμένος με κουστούμι κλόουν, μακιγιαρισμένος. Τρέχω προς την ομάδα των κλόουν, με παρασύρουν προς το λιμάνι. Ο Επίσκοπος  ετοιμάζεται να ρίξει το σταυρό επί των υδάτων : Εν Ιορδάνη βαπτιζουμένου Σου Κύριε... 
Οι κολυμβητές κάνουν προκαταρκτικές ασκήσεις, μετά βουτούν χωρίς δισταγμό. Το πλήθος υποχωρεί προς τη λεωφόρο Φαλάρων. Είμαι με τους φίλους  μου μπροστά στο καφενείο «Βυζάντιον». Η Λίζα ντυμένη με το μπεζ παλτό της, βαδίζει προς τη φορά του πλήθους, ατάραχη, αγκαζέ με την αδερφή της.