mercredi 22 février 2017

ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ

Τα παιδιά φόραγαν τις μάσκες και τα καπέλα τους. Κράταγαν ψεύτικα πιστόλια, πλαστικά με κόκκινα καψούλια. Μαζεύτηκαν στο πλάτωμα όπου έδεναν τα ζώα οι χωριανοί, όσοι είχαν τα σπίτια τους ολόγυρα. Μύριζε ο τόπος καβαλίνα και κάτουρο. Τώρα τα ζώα ήταν δεμένα στους σταύλους. Κυριακή σήμερα, αργία, χρονιάρα μέρα, κανένας δεν δούλευε. Τα παιδιά έπαιζαν ξέννοιαστα χωρίς κίνδυνο να φάνε κλωτσιά από τα γαϊδορομούλαρα που τάδεναν στην αμυδγαλιά και στο στύλο της ΔΕΗ. ΄Επαιζαν άλλοι τους ληστές και άλλοι τους σερίφηδες. ΄Εριχναν πιστολιές με τα ψεύτικα πιστόλια τους. ΄Ετρεχαν με γέλια και φωνές όταν έφτασε το αγόρι με το καινούργιο πουλόβερ. Δεν είχε μάσκα, ούτε καπέλο. Δεν του αγόρασε η μάνα του κι ας έκλαψε κι ας κυλίστηκε στο πάτωμα.
΄Υστερα μπήκε κρυφά στην καλή κάμαρη του σπιτιού, εκεί που φύλαγαν τα γιορτινά ρούχα. Πήρε την μπλούζα και την φόρεσε. Την είχε στείλει ο νονός του από την πόλη. ΄Ηταν πλούσιος, βαστιόταν καλά. ΄Ετσι άκουσε να λένε οι γονείς του. Είχε αυτοκίνητο. ΄Οταν ερχόταν στο χωριό έβαζε το αγόρι στο όχημα, πήγαιναν βόλτα. Το αγόρι γέλαγε, χαρούμενο.Τα άλλα παιδιά ζήλευαν, δεν είχαν μπει σε αυτοκίνητο, ούτε καν στο λεωφορείο. Του έβγαλαν το παρατσούκλι : "Ο Λουφορείος". Με αυτό το φώναζαν στο σχολείο όταν έπαιζαν κρυφτό και κυνηγητό.
Τώρα τελευταία το είχαν ξεχάσει, δεν έκαναν παρέα με αυτό το παιδί που πήγε αμαξάδα, δεν το ήθελαν στα παιγνίδια τους.
΄Ηταν ένα παιδί με γαλάνα μάτια, κεφάλι στρογγυλό και μαλλιά ατίθασα σαν ακανθόχοιρος.
Ως έφθασε και το είδαν τα άλλα παιδιά σταμάτησαν να ρίχνουν με τα ψεύτικα πιστόλια τους. Πήραν στα χέρια τους καβαλίνες, τις πέταγαν καταπάνω στο αγόρι που κοίταγε με δειλό χαμόγελο. Το πέτυχαν παντού, στα χέρια, στα πόδια, στο κεφάλι, στο καινούργιο πουλόβερ που ήταν λευκό σαν ασβέστης.
Το αγόρι γύρισε πίσω τρέχοντας. Πίσω του έτρεχαν τα παιδιά με γέλια και χαρούμενες φωνές. Του πέταγαν ακόμα καβαλίνες. Τρέχοντας μπήκε στο σπίτι. Η μάνα του ήταν στην κουζίνα. Πιάστηκε από τη ρόμπα της, ήταν σίγουρο δεν κινδύνευε, σφιγγόταν να μην κλάψει.
-Κοτζάμ άνδρας, είχε πει ο νονός του, δεν πρέπει να κλαις.
΄Οταν η βέργα ανεβοκατέβηκε πολλές φορές και του μελάνιασε τα χέρια, τα πόδια, όλο του το κορμί, άρχισε ένα γοερό, ένα λυπημένο, ένα κλάμα γεμάτο παράπονο.

Το απόγευμα το παιδί μπήκε κρυφά στην αποθήκη. ΄Οταν βγήκε κρατούσε ένα κλαδευτήρι. Πήρε το δρόμο προς το λόφο τρέχοντας. Κοίταζε προσεκτικά τα μεγάλα σχοίνα. Χώθηκε μέσα στους θάμνους. Τα κλαριά που έκοβε τα έστρωνε κάτω. ΄Εφτιαξε φωλιά και ΄κει πάνω ξάπλωσε.
Μετά τη δύση του ήλιου η μάνα φώναξε το παιδί μέσα στο σπίτι. Μετά βγήκε στην αυλή. Ρώτησε τις γειτόνισσες. Είδαν το παιδί να φεύγει προς το λόφο. Φθάνει ο πατέρας. Του λένε τι συνέβει. Αρχίζει τις φωνές και το βρισίδι.
Παίρνουν φανάρια, λαδολύχναρα, φακούς ηλεκτρικούς, πηγαίνουν όλοι μαζί στο λόφο να βρουν το παιδί. Χωρίζονται, ψάχνουν δεξιά, αριστερά, φωνάζουν.
Το παιδί δεν ακούει, ούτε τα κλάματα της μάνας του, ούτε τα γαμοσταυρίδια του πατέρα του. Κοιμόταν. Τα πουλιά ξύπνησαν, τιβίτιζαν τρομαγμένα, πέταξαν μακριά.
Οι γονείς και οι χωριανοί έψαχναν. ΄Ωσπου άρχισε να ψιχαλίζει. Τότε ξύπνησε, τινάχτηκε πάνω σαν λαγός. ΄Ακουσε τις φωνές, είδε τα φανάρια να πηγαίνουν πέρα δώθε, τους μεγάλους ίσκιους. ΄Εβαλε τα κλάματα.
Πρώτος το εντόπισε ο αγροφύλακας. Σφύριξε δυνατά. ΄Ετρεξε ο πατέρας του, το πήρε στην αγκαλιά του, το φιλούσε κι έκλαιγε. ΄Εφθασε η μάνα του, το χάϊδευε.
Και γύρισαν όλοι πίσω χαρούμενοι. 
                                                                                                                              (1978)

vendredi 3 février 2017

Ο θάνατος του συνταγματάρχη Γαβρή

Τον σκότωσε ένας νεαρός αγρότης με αφορμή μιά παλιά ιστορία μοιχείας. Πήρε το δίκανο του παπού του. ΄Ηταν ένα ωραίο όπλο βέλγικης κατασκευής. 
Ο παπούς του το απόκτησε στην κατοχή. ΄Εδωσε δύο κότες και δώδεκα αυγά σε έναν Αθηναίο μαυραγορίτη.
΄Εφθασε τρέχοντας στην πλατεία, μπροστά στο σπίτι του συνταγματάρχη. ΄Εριξε μια πέτρα στα κεραμίδια. Ο συνταγματάρχης κατά τη συνηθειά του, μετά το γεύμα, κοιμόταν για τη μεσημβρινή ανάπαυση, στο ντιβάνι του σαλονιού. ΄Εβλεπε ένα όνειρο με τον αδερφό του, έφεδρος Ανθυπολοχαγός, είχε σκοτωθεί στο αλβανικό μέτωπο : 

΄Εφηβοι έτρεχαν στην ακρογιαλιά, στον Αϊ-Γιάννη Στυλίδος. Ο αδερφός του πήγαινε μπροστά, βάδιζε πάνω στα κύματα, τον καλούσε να τον ακολουθήσει, αλλά ο συνταγματάρχης φοβόταν.

Ξύπνησε από τον κρότο της πέτρας στη σκεπή. Ενόμισε πως ήταν οι μαθητές του Γυμνασίου, κυνηγούσαν κοτσύφια με σφεντόνες.
«Τα καθάρματα, μας λιθοβολούν!» σκέφτηκε οργισμένος ο συνταγματάρχης. 
Καθώς φόραγε το σακκάκι του είδε την ώρα στο ξυπνητήρι. ΄Ηταν δεκατρείς και πενήντα. Το λεωφορείο δεν είχε έρθει, άρα δεν ήταν τα γυμνασιόπαιδα. Φόρεσε τα παπούτσια του, πήγε στο λουτρό όπου έπλυνε τα χέρια του και  το πρόσωπο. Κοίταξε για μια στιγμή τη φάτσα του στον καθρέφτη. Το πρόσωπο διαβρωμένο από την απογοήτευση και τις δυσκολίες της ζωής. Σκουπίστηκε γρήγορα και βγήκε στο ξύλινο μπαλκόνι. Κατεβαίνοντας την πέτρινη σκάλα ακούμπησε το πιστόλι Μπερέττα στη δεξιά τσέπη του σακκακιού του. 
΄Ηταν οι αλκυονίδες ημέρες, μια μέρα ηλιόλουστη. Διέσχισε την αυλή, βγήκε από την αυλόπορτα στην έρημη πλατεία, βάδιζε ανύποπτος προς το καφενείο του Πολύμερου.
Ο φονιάς πετάχτηκε από τη γωνία, ήταν κρυμμένος δίπλα στο γκαράζ, πυροβόλησε δυό φορές, εκ του συστάδην, στο πρόσωπο. Μετά έφυγε τρεχάτος. 
Ο συνταγματάρχης αιμόφυρτος έπεσε δίπλα στο μαντρότοιχο, κάτω από την αιωνόβια, ανθισμένη, αμυγδαλιά του κήπου του.
Ο άνανδρος φόνος του συνταγματάρχη.